le recul
re
ʁə
cul
kʏl
kul
recel

Ορισμός και σημασία του "recul"στα γαλλικά

01

υποχώρηση, ανάκρουση

action de se retirer ou de reculer physiquement ou stratégiquement 
le recul definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
reculs
Παραδείγματα
L'armée a effectué un recul face à l'ennemi. 

Ο στρατός πραγματοποίησε μια υποχώρηση μπροστά στον εχθρό.

02

υποχώρηση, πτώση

diminution ou baisse d'une quantité, d'un niveau ou d'une importance 
le recul definition and meaning
Παραδείγματα
Le recul des ventes inquiète la direction de l'entreprise. 

Η πτώση των πωλήσεων ανησυχεί τη διοίκηση της εταιρείας.

03

καθυστέρηση, αναβολή

action de retarder ou de reporter quelque chose 
le recul definition and meaning
Παραδείγματα
Le projet a subi un recul à cause des problèmes techniques. 

Το έργο υπέστη καθυστέρηση λόγω τεχνικών προβλημάτων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store