Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rectangulaire
01
ορθογώνιος
qui a la forme d'un rectangle, avec quatre angles droits et des côtés opposés égaux
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
rectangulaire
αρσενικό πληθυντικό
rectangulaires
θηλυκό ενικό
rectangulaire
θηλυκό πληθυντικό
rectangulaires
Παραδείγματα
Ce téléphone a un écran rectangulaire aux coins arrondis.
Αυτό το τηλέφωνο έχει μια ορθογώνια οθόνη με στρογγυλεμένες γωνίες.



























