redouter
re
ʁə
dou
du
doo
ter
te
te
redonnerrecruterredoublerrechuter

Ορισμός και σημασία του "redouter"στα γαλλικά

redouter
01

φοβάμαι, αγωνιώ

craindre fortement quelque chose ou quelqu'un 
redouter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
redoute
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
redoutons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
redouterai
ενεστώτα μετοχή
redoutant
παθητική μετοχή
redouté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
redoutions
Παραδείγματα
Elle redoute toujours les examens de mathématiques. 

Αυτή φοβάται πάντα τις εξετάσεις μαθηματικών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store