Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
redouter
01
φοβάμαι, αγωνιώ
craindre fortement quelque chose ou quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
redoute
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
redoutons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
redouterai
ενεστώτα μετοχή
redoutant
παθητική μετοχή
redouté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
redoutions
Παραδείγματα
Ils redoutent les conséquences de leurs décisions.
Φοβούνται τις συνέπειες των αποφάσεών τους.



























