redouter
Pronunciation
/ʁədutˈe/

Ορισμός και σημασία του "redouter"στα γαλλικά

redouter
01

φοβάμαι, αγωνιώ

craindre fortement quelque chose ou quelqu'un
redouter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
redoute
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
redoutons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
redouterai
ενεστώτα μετοχή
redoutant
παθητική μετοχή
redouté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
redoutions
Παραδείγματα
Ils redoutent les conséquences de leurs décisions.
Φοβούνται τις συνέπειες των αποφάσεών τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store