fuir
fuir
fɥiʁ
füir
fouir

Ορισμός και σημασία του "fuir"στα γαλλικά

01

δραπετεύω, φεύγω

partir rapidement pour échapper à un danger ou un problème 
fuir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
fuis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
fuyons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
fuirai
ενεστώτα μετοχή
fuyant
παθητική μετοχή
fui
α΄ πληθυντικό παρατατικού
fuyions
Παραδείγματα
Il a fui la scène du crime. 

Αυτός έφυγε από το σκηνικό του εγκλήματος.

02

διαρρέω, στάζω

laisser passer un liquide ou un gaz sans contrôle 
fuir definition and meaning
Παραδείγματα
L'eau fuit du robinet. 

Το νερό διαρρέει από τη βρύση.

03

αποφεύγω, αποφεύγω

éviter quelque chose ou quelqu'un 
fuir definition and meaning
Παραδείγματα
Il fuit les conflits à tout prix. 

Αποφεύγει τις συγκρούσεις με κάθε κόστος.

04

δραπετεύω, το σκάω

partir rapidement pour échapper à quelqu'un ou quelque chose 
fuir definition and meaning
Παραδείγματα
Il a fui la police hier soir. 

Ξέφυγε από την αστυνομία χθες το βράδυ.

05

γλιστράει μακριά, δραπετεύει

disparaître ou s'écouler rapidement sans qu'on puisse le retenir 
Παραδείγματα
Le temps fuit quand on s'amuse. 

Ο χρόνος φεύγει όταν διασκεδάζουμε.

06

διαπερνώ

passer à travers, surtout pour l'encre sur du papier 
Παραδείγματα
L'encre fuit à travers la page. 

Το μελάνι διαρρέει μέσα από τη σελίδα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store