Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
frêle
01
εύθραυστος, αδύναμος
objet faible et facile à casser
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus frêle
συγκριτικός βαθμός
plus frêle
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
frêle
αρσενικό πληθυντικό
frêles
θηλυκό ενικό
frêle
θηλυκό πληθυντικό
frêles
Παραδείγματα
Le vieil escalier en bois est si frêle qu'il craque à chaque pas.
Η παλιά ξύλινη σκάλα είναι τόσο εύθραυστη που τρίζει σε κάθε βήμα.
02
αδύναμος, εύθραυστος
faible, manquant de vigueur physique
Παραδείγματα
Le vieil homme frêle marchait avec une canne.
Ο εύθραυστος γέρος περπατούσε με ένα μπαστούνι.
03
αδύναμος, εύθραυστος
qualifie une chose abstraite faible ou précaire
Παραδείγματα
De frêles espérances subsistaient après la catastrophe.
Εύθραυστες ελπίδες επέζησαν μετά την καταστροφή.



























