Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La fréquence
[gender: feminine]
01
συχνότητα, περιοδικότητα
nombre de vibrations ou d'ondes produites en une seconde
Παραδείγματα
La fréquence d' une onde se mesure en hertz.
Η συχνότητα ενός κύματος μετριέται σε hertz.
02
συχνότητα, περιοδικότητα
nombre de fois qu'un événement se produit dans un temps donné
Παραδείγματα
La fréquence de ses visites augmente.
Η συχνότητα των επισκέψεών του αυξάνεται.
03
τακτική παρουσία, συχνότητα
fait d'aller souvent dans un lieu ou de pratiquer une activité régulièrement
Παραδείγματα
La fréquence des visites familiales diminue.
Η συχνότητα των οικογενειακών επισκέψεων μειώνεται.



























