Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
détourner
01
εκτρέπω, αλλάζω κατεύθυνση
changer la direction ou le parcours de quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
détourne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
détournons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
détournerai
ενεστώτα μετοχή
détournant
παθητική μετοχή
détourné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
détournions
Παραδείγματα
Les autorités ont détourné la circulation à cause de travaux.
Οι αρχές απέκλιναν την κυκλοφορία λόγω έργων.
02
απαγάγω, εκτρέπω
prendre illégalement le contrôle d'un véhicule, comme un avion ou un bateau
Παραδείγματα
Les terroristes ont détourné l'avion vers un autre pays.
Οι τρομοκράτες απήγαγαν το αεροπλάνο σε άλλη χώρα.
03
διαστρεβλώνω, παραποιώ
modifier ou utiliser quelque chose de manière incorrecte ou injuste
Παραδείγματα
Il a détourné les faits pour manipuler l'opinion publique.
Διέστρεψε τα γεγονότα για να χειραγωγήσει τη δημόσια γνώμη.
04
υπεξαιρώ, καταχρώμαι
prendre illégalement de l'argent ou des biens qui appartiennent à quelqu'un d'autre, souvent dans un cadre professionnel
Παραδείγματα
Il a détourné des fonds de l'entreprise.
Καταχρησιμοποίησε κεφάλαια της εταιρείας.
05
αποκλίνω, απομακρύνω
changer la direction de quelque chose ou éviter de regarder quelque chose directement
Παραδείγματα
Détourner les yeux pendant le film effrayant.
Αποστρέφω τα μάτια κατά τη διάρκεια της τρομακτικής ταινίας.



























