Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
détester
01
μισώ, απεχθάνομαι
ne pas aimer du tout, avoir un fort rejet
Παραδείγματα
Nous détestons quand il fait trop chaud.
Μισούμε όταν κάνει πολύ ζέστη.
02
μισούν ο ένας τον άλλον, αλληλομισούν
avoir une forte aversion mutuelle
Παραδείγματα
Les politiciens se détestent publiquement.
Οι πολιτικοί μισούν ο ένας τον άλλον δημοσίως.



























