Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
détruit
01
κατεστραμμένος, χαλασμένος
qui a été cassé, ruiné ou réduit en mauvais état
Παραδείγματα
Elle se sent détruite après cette mauvaise nouvelle.
Αισθάνεται καταστραμμένη μετά από αυτά τα άσχημα νέα.



























