Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
détruit
01
κατεστραμμένος, χαλασμένος
qui a été cassé, ruiné ou réduit en mauvais état
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus détruit
συγκριτικός βαθμός
plus détruit
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
détruit
αρσενικό πληθυντικό
détruits
θηλυκό ενικό
détruite
θηλυκό πληθυντικό
détruites
Παραδείγματα
Elle se sent détruite après cette mauvaise nouvelle.
Αισθάνεται καταστραμμένη μετά από αυτά τα άσχημα νέα.



























