tester
de
de
tes
tɛs
tes
ter
te
te
délesterdéterrerdésisterdévaster

Ορισμός και σημασία του "détester"στα γαλλικά

détester
01

μισώ, απεχθάνομαι

ne pas aimer du tout , avoir un fort rejet 
détester definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
déteste
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
détestons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
détesterai
ενεστώτα μετοχή
détestant
παθητική μετοχή
détesté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
détestions
Παραδείγματα
Je déteste me lever tôt le matin. 

Μισώ να σηκώνομαι νωρίς το πρωί.

02

μισούν ο ένας τον άλλον, αλληλομισούν

avoir une forte aversion mutuelle 
Παραδείγματα
Ils se détestent depuis longtemps. 

Μισούν ο ένας τον άλλον εδώ και πολύ καιρό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store