Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
détester
01
μισώ, απεχθάνομαι
ne pas aimer du tout , avoir un fort rejet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
déteste
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
détestons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
détesterai
ενεστώτα μετοχή
détestant
παθητική μετοχή
détesté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
détestions
Παραδείγματα
Je déteste me lever tôt le matin.
Μισώ να σηκώνομαι νωρίς το πρωί.
02
μισούν ο ένας τον άλλον, αλληλομισούν
avoir une forte aversion mutuelle
Παραδείγματα
Ils se détestent depuis longtemps.
Μισούν ο ένας τον άλλον εδώ και πολύ καιρό.



























