Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aller
01
πηγαίνω, μετακινούμαι
se déplacer d'un lieu à un autre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
vais
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
allons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
irai
ενεστώτα μετοχή
allant
παθητική μετοχή
allé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
allions
Παραδείγματα
Où allez -vous ?
Πού πηγαίνετε;
02
ταιριάζω, πηγαίνω
être adapté ou convenir à quelque chose ou quelqu'un
Παραδείγματα
La cravate va bien à ton costume.
Η γραβάτα ταιριάζει καλά στο κοστούμι σου.
03
λειτουργώ, δουλεύω
fonctionner correctement ou être en état de marche
Παραδείγματα
Le chauffage ne va pas ce matin.
Η θέρμανση δεν λειτουργεί σήμερα το πρωί.
04
οδηγώ σε, καταλήγω σε
conduire à un endroit, avoir une destination finale
Παραδείγματα
Cette autoroute va à Marseille.
Αυτός ο αυτοκινητόδρομος οδηγεί στη Μασσαλία.
05
αισθάνομαι, είμαι
exprimer un état de santé ou une situation générale
Παραδείγματα
Tout va bien.
Όλα πάνε καλά.
06
πηγαίνω, προχωρώ
se dérouler ou se développer d'une certaine manière (souvent au sujet d'une situation, d'un projet, d'un plan)
Παραδείγματα
Si ça continue à aller comme ça, on aura fini demain.
Αν συνεχίσει να πηγαίνει έτσι, θα έχουμε τελειώσει αύριο.
07
πρόκειται
exprimer une intention ou une action future proche
Παραδείγματα
Ils vont acheter une nouvelle voiture.
Αυτοί πρόκειται να αγοράσουν ένα καινούριο αυτοκίνητο.
08
μην τολμήσεις, μην τολμήσετε
exprimer une mise en garde ou une interdiction forte
Παραδείγματα
N' allez pas vous tromper de chemin !
Μην πας λάθος δρόμο.
L'aller
[gender: masculine]
01
εισιτήριο μονής διαδρομής
le trajet d'un point de départ vers une destination, souvent utilisé pour désigner un billet simple, sans retour
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
allers
Παραδείγματα
Elle a réservé un aller sans retour.
Κράτησε ένα απλό εισιτήριο χωρίς επιστροφή.
02
το πήγαινε, το ταξίδι πηγαίνοντας
le fait de se rendre d'un lieu à un autre (sans mention du retour)
Παραδείγματα
L' aller s' est bien passé, sans embouteillages.
Το πήγαινε πήγε καλά, χωρίς κυκλοφοριακή συμφόρηση.



























