Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aller
01
πηγαίνω, μετακινούμαι
se déplacer d'un lieu à un autre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
vais
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
allons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
irai
ενεστώτα μετοχή
allant
παθητική μετοχή
allé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
allions
Παραδείγματα
Je vais à l'école à pied.
Πηγαίνω στο σχολείο με τα πόδια.
02
ταιριάζω, πηγαίνω
être adapté ou convenir à quelque chose ou quelqu'un
Παραδείγματα
Cette robe te va parfaitement.
Αυτό το φόρεμα σου πάει τέλεια.
03
λειτουργώ, δουλεύω
fonctionner correctement ou être en état de marche
Παραδείγματα
Mon portable ne va plus.
Το κινητό μου δεν λειτουργεί πια.
04
οδηγώ σε, καταλήγω σε
conduire à un endroit, avoir une destination finale
Παραδείγματα
Ce chemin va jusqu'à la rivière.
Αυτό το μονοπάτι οδηγεί στο ποτάμι.
05
αισθάνομαι, είμαι
exprimer un état de santé ou une situation générale
Παραδείγματα
Comment vas-tu ? - Je vais bien, merci.
Πώς είσαι; - Είμαι καλά, ευχαριστώ.
06
πηγαίνω, προχωρώ
se dérouler ou se développer d'une certaine manière (souvent au sujet d'une situation, d'un projet, d'un plan)
Παραδείγματα
Comment va ton projet ?
Πώς πηγαίνει το έργο σου;
07
πρόκειται
exprimer une intention ou une action future proche
Παραδείγματα
Je vais manger.
Πάω να φάω.
08
μην τολμήσεις, μην τολμήσετε
exprimer une mise en garde ou une interdiction forte
Παραδείγματα
N'allez pas croire que c'est facile !
Μην τολμήσεις να πιστέψεις ότι είναι εύκολο!
L'aller
01
εισιτήριο μονής διαδρομής
le trajet d'un point de départ vers une destination , souvent utilisé pour désigner un billet simple, sans retour
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
allers
Παραδείγματα
J'ai acheté un aller pour Paris.
Αγόρασα ένα απλό εισιτήριο για το Παρίσι.
02
το πήγαινε, το ταξίδι πηγαίνοντας
le fait de se rendre d'un lieu à un autre (sans mention du retour)
Παραδείγματα
L'aller a été rapide, mais le retour a pris du temps.
Το πήγαινε ήταν γρήγορο, αλλά το γύρισμα πήρε χρόνο.



























