Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
allergique
01
αλλεργικός, αλλεργική
qui réagit mal à une substance comme le pollen, un aliment ou un médicament
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus allergique
συγκριτικός βαθμός
plus allergique
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
allergique
αρσενικό πληθυντικό
allergiques
θηλυκό ενικό
allergique
θηλυκό πληθυντικό
allergiques
Παραδείγματα
Il a eu une réaction allergique après avoir mangé des fraises.
Είχε μια αλλεργική αντίδραση αφού έφαγε φράουλες.



























