Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gush
01
ξεχύνομαι, ρέω βίαια
to flow suddenly and forcefully in a rapid and continuous manner
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
gush
γ΄ ενικό πρόσωπο
gushes
ενεστώτα μετοχή
gushing
απλός αόριστος
gushed
παθητική μετοχή
gushed
Παραδείγματα
Water gushed from the broken pipe, flooding the basement.
Νερό ξεχύθηκε από το σπασμένο σωλήνα, πλημμυρίζοντας το υπόγειο.
02
εκδηλώνομαι με υπερβολικό ενθουσιασμό, μιλώ με υπερβολικό πάθος
to speak or write in an overly enthusiastic or emotional way
Intransitive
Παραδείγματα
She gushed about her favorite book, telling everyone how amazing it was.
Μιλούσε με ενθουσιασμό για το αγαπημένο της βιβλίο, λέγοντας σε όλους πόσο εκπληκτικό ήταν.
03
ξεχύνομαι, εκρέω
to send or flow out quickly and in large amounts
Transitive: to gush a liquid
Παραδείγματα
The volcano erupted, gushing lava down the sides of the mountain.
Το ηφαίστειο εξερράγη, εκχέοντας λάβα στις πλαγιές του βουνού.
Gush
01
έκχυση, έκφραση συναισθημάτων
an unrestrained expression of emotion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gushes
02
έκρηξη, ξαφνική ροή
a sudden rapid flow (as of water)



























