Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gurgle
01
ο γουργούρισμα, ο βορβορυγμός
the gentle and rhythmic sound produced by liquid flowing or moving through a narrow passage, often with a bubbling or murmuring quality
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
gurgles
Παραδείγματα
The gurgle of water in the stream was soothing to listen to.
Ο βουητός του νερού στο ρυάκι ήταν χαλαρωτικός να ακούγεται.
to gurgle
01
γοργορίζω, βουλιάζω
utter with a gurgling sound
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gurgle
γ΄ ενικό πρόσωπο
gurgles
ενεστώτα μετοχή
gurgling
απλός αόριστος
gurgled
παθητική μετοχή
gurgled
02
γουργουρίζω, πίνω με γουργούρισμα
drink from a flask with a gurgling sound
03
γοργορίζω, βουλιάζω
flow in an irregular current with a bubbling noise
04
γογγύζω, βουλώ
make sounds similar to gurgling water



























