gurgle
gu
ˈgɜ:
rgle
əgl
ēgl
gargleguggle

Ορισμός και σημασία του "gurgle"στα αγγλικά

01

ο γουργούρισμα, ο βορβορυγμός

the gentle and rhythmic sound produced by liquid flowing or moving through a narrow passage, often with a bubbling or murmuring quality 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gurgles
Παραδείγματα
The gurgle of water in the stream was soothing to listen to. 

Ο βουητός του νερού στο ρυάκι ήταν χαλαρωτικός να ακούγεται.

to gurgle
01

γοργορίζω, βουλιάζω

utter with a gurgling sound 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gurgle
γ΄ ενικό πρόσωπο
gurgles
ενεστώτα μετοχή
gurgling
απλός αόριστος
gurgled
παθητική μετοχή
gurgled
02

γουργουρίζω, πίνω με γουργούρισμα

drink from a flask with a gurgling sound 
03

γοργορίζω, βουλιάζω

flow in an irregular current with a bubbling noise 
04

γογγύζω, βουλώ

make sounds similar to gurgling water 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store