Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reveal
01
αποκαλύπτω, φανερώνω
to make information that was previously unknown or kept in secrecy publicly known
Transitive: to reveal secret or hidden information
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reveal
γ΄ ενικό πρόσωπο
reveals
ενεστώτα μετοχή
revealing
απλός αόριστος
revealed
παθητική μετοχή
revealed
Παραδείγματα
In her memoir, the author courageously revealed her struggles with mental illness.
Στα απομνημονεύματά της, η συγγραφέας αποκάλυψε θαρραλέα τον αγώνα της με την ψυχική ασθένεια.
02
αποκαλύπτω, εμφανίζω
to make something visible
Transitive: to reveal sth
Παραδείγματα
The magician slowly pulled back the curtain to reveal a dazzling array of colorful flowers.
Ο μάγος τράβηξε αργά την κουρτίνα για να αποκαλύψει μια εκθαμβωτική σειρά από πολύχρωμα λουλούδια.
03
αποκαλύπτω, φανερώνω
to make something known to humans through a higher power or spiritual source
Transitive: to reveal a divine truth
Ditransitive: to reveal to sb a divine truth
Παραδείγματα
The prophet's visions were believed to reveal divine messages and insights about the future.
Οι οράσεις του προφήτη πιστεύονταν ότι αποκάλυπταν θεϊκά μηνύματα και πληροφορίες για το μέλλον.
Reveal
01
αποκάλυψη, αποκύλυψη
the act or moment of disclosing previously hidden or unknown information to an audience
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
reveals
Παραδείγματα
The novel's final reveal shocked all the readers.
Η τελική αποκάλυψη του μυθιστορήματος σόκαρε όλους τους αναγνώστες.
02
το πλάγιο, η εσοχή
the vertical edge of a door or window frame, set back from the surrounding wall
Παραδείγματα
Paint had chipped along the window reveal.
Η μπογιά είχε ξεφλουδίσει κατά μήκος του αναδείγματος του παραθύρου.
Λεξικό Δέντρο
revealing
revealing
revelation
reveal



























