Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
revealing
01
αποκαλυπτικός, νεκροδεικνύμενος
(of a piece of clothing) displaying more of the wearer's body than usual
02
αποκαλυπτικός, προδότης
disclosing unintentionally something concealed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most revealing
συγκριτικός βαθμός
more revealing
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
information, behavior, communication
03
αποκαλυπτικός, εκθέτων
showing or making known
Revealing
01
αποκάλυψη, γνωστοποίηση
the speech act of making something evident
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
revealings
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
revealing
reveal



























