Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reuse
01
αναχρησιμοποιώ, ανακυκλώνω
to use something once more, usually for a different purpose
Transitive: to reuse sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reuse
γ΄ ενικό πρόσωπο
reuses
ενεστώτα μετοχή
reusing
απλός αόριστος
reused
παθητική μετοχή
reused
Παραδείγματα
They reused glass bottles as decorative vases for the wedding centerpieces.
Επαναχρησιμοποίησαν γυάλινα μπουκάλια ως διακοσμητικά βάζα για τα κεντρικά σημεία του γάμου.
Λεξικό Δέντρο
reuse
use



























