to reuse
re
ri:
ri
use
ˈju:s
yoos
refuserouserecuse

Ορισμός και σημασία του "reuse"στα αγγλικά

to reuse
01

αναχρησιμοποιώ, ανακυκλώνω

to use something once more, usually for a different purpose 
Transitive: to reuse sth
to reuse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reuse
γ΄ ενικό πρόσωπο
reuses
ενεστώτα μετοχή
reusing
απλός αόριστος
reused
παθητική μετοχή
reused
Παραδείγματα
She decided to reuse old jars as containers for her homemade jams. 

Αποφάσισε να ξαναχρησιμοποιήσει παλιά βάζα ως δοχεία για τις σπιτικές της μαρμελάδες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store