revealing
re
ri
vea
ˈvi:
vi
ling
lɪng
ling
reverting

Ορισμός και σημασία του "revealing"στα αγγλικά

01

αποκαλυπτικός, νεκροδεικνύμενος

(of a piece of clothing) displaying more of the wearer's body than usual 
revealing definition and meaning
02

αποκαλυπτικός, προδότης

disclosing unintentionally something concealed 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most revealing
συγκριτικός βαθμός
more revealing
διαβαθμίσιμο
03

αποκαλυπτικός, εκθέτων

showing or making known 
01

αποκάλυψη, γνωστοποίηση

the speech act of making something evident 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
revealings
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store