Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to levy
01
επιβάλλω, εισπράττω
to enforce a type of payment, such as fees, taxes, or fines and collect them
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
levy
γ΄ ενικό πρόσωπο
levies
ενεστώτα μετοχή
levying
απλός αόριστος
levied
παθητική μετοχή
levied
Παραδείγματα
The HOA levied $50 fines on homeowners who didn't shovel their sidewalks during the snowstorm.
Η ομοσπονδία ιδιοκτητών επέβαλε πρόστιμα 50 δολαρίων σε ιδιοκτήτες σπιτιών που δεν έκαναν χιονοσκούπισμα στα πεζοδρόμια τους κατά τη χιονοθύελλα.
02
συγκεντρώνω, στρατολογώ
to assemble or enlist troops for military service
Παραδείγματα
Some nations have compulsory military service where they routinely levy a certain number of young men each year.
Ορισμένα έθνη έχουν υποχρεωτική στρατιωτική θητεία όπου επιστρατεύουν τακτικά έναν ορισμένο αριθμό νέων ανδρών κάθε χρόνο.
Levy
01
στρατολόγηση, επιστράτευση
the action of enlisting individuals into military service
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
levies
Παραδείγματα
The government announced a levy of new recruits for the army.
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε την επιστράτευση νέων στρατευμάτων για τον στρατό.
02
ένα τέλος, ένας φόρος
a charge or fee set, especially by authority or law
Παραδείγματα
The government imposed a levy on imported goods to protect local industries.
Η κυβέρνηση επέβαλε φόρο στα εισαγόμενα αγαθά για να προστατεύσει τις τοπικές βιομηχανίες.



























