Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to levy
01
επιβάλλω, εισπράττω
to enforce a type of payment, such as fees, taxes, or fines and collect them
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
levy
γ΄ ενικό πρόσωπο
levies
ενεστώτα μετοχή
levying
απλός αόριστος
levied
παθητική μετοχή
levied
Παραδείγματα
The authorities were levying fines on businesses that violated the regulations.
Οι αρχές επέβαλαν πρόστιμα σε επιχειρήσεις που παραβίαζαν τους κανονισμούς.
02
συγκεντρώνω, στρατολογώ
to assemble or enlist troops for military service
Παραδείγματα
During the emergency, an emergency decree allowed the president to levy the National Guard forces to aid disaster relief.
Κατά τη διάρκεια της έκτακτης ανάγκης, ένα διάταγμα έκτακτης ανάγκης επέτρεψε στον πρόεδρο να συγκεντρώσει τις δυνάμεις της Εθνικής Φρουράς για να βοηθήσει στην καταστροφή.
Levy
01
στρατολόγηση, επιστράτευση
the action of enlisting individuals into military service
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
levies
Παραδείγματα
Historical records describe a levy that doubled the army's size.
Οι ιστορικές καταγραφές περιγράφουν μια επιστράτευση που διπλασίασε το μέγεθος του στρατού.
02
ένα τέλος, ένας φόρος
a charge or fee set, especially by authority or law
Παραδείγματα
A new levy on vehicle registrations will fund road maintenance projects.
Ένας νέος φορος στις εγγραφές οχημάτων θα χρηματοδοτήσει έργα συντήρησης δρόμων.



























