to lay
lay
leɪ
lei
jaydaybayhay

Ορισμός και σημασία του "lay"στα αγγλικά

to lay
01

τοποθετώ, αφήνω

to carefully place something or someone down in a horizontal position 
Transitive: to lay sth somewhere
to lay definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
ενεστώτας
lay
γ΄ ενικό πρόσωπο
lays
ενεστώτα μετοχή
laying
απλός αόριστος
laid
παθητική μετοχή
laid
Παραδείγματα
She decided to lay the fragile vase on the soft cushion to prevent it from breaking. 

Αποφάσισε να τοποθετήσει το εύθραυστο βάζο στο μαλακό μαξιλάρι για να αποφύγει να σπάσει.

02

κυοφορώ, αποθέτω

(of a bird, insect, fish, etc.) to produce eggs 
Transitive: to lay eggs
to lay definition and meaning
Παραδείγματα
The hen laid a dozen eggs in the nesting box yesterday. 

Η κότα έκανε μια ντουζίνα αυγά στο κουτί φωλιάς χθες.

03

προετοιμάζω, θέτω

to make preparations or get something ready for a specific action or operation 
Transitive: to lay plans or preparations
Παραδείγματα
Let's lay the groundwork for the project by researching and gathering relevant information. 

Ας θέσουμε τα θεμέλια για το έργο με την έρευνα και τη συλλογή σχετικών πληροφοριών.

04

επιβάλλω, εφαρμόζω

to place or enforce an obligation upon someone or something 
Transitive: to lay an obligation on sb/sth
Παραδείγματα
The government decided to lay heavier taxes on luxury goods to boost revenue. 

Η κυβέρνηση αποφάσισε να επιβάλει βαρύτερους φόρους σε πολυτελή αγαθά για να αυξήσει τα έσοδα.

05

τοποθετώ, εγκαθιστώ

to set or install something in place, such as laying bricks or tiles 
Transitive: to lay sth
Παραδείγματα
He spent the weekend laying new carpet in the living room. 

Πέρασε το σαββατοκύριακο τοποθετώντας ένα νέο χαλί στο σαλόνι.

06

γαμάω, πηδάω

to have sexual intercourse 
αργκό
Παραδείγματα
He hopes to lay tonight. 

Ελπίζει να κοιμηθεί απόψε.

01

λαϊκός, κοσμικός

relating to or characteristic of people who are not members of the clergy 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The church relies on lay volunteers for many activities. 

Η εκκλησία βασίζεται σε λαϊκούς εθελοντές για πολλές δραστηριότητες.

02

λαϊκός, μη επαγγελματικός

not belonging to or derived from a specific profession 
Παραδείγματα
The report was written for a lay audience. 

Η αναφορά γράφτηκε για ένα μη ειδικό κοινό.

01

μια μπαλάντα, ένα αφηγηματικό ποίημα

a narrative poem, often of popular or traditional origin, recounting stories in verse 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lays
Παραδείγματα
The bard recited an old lay about knights and dragons. 

Ο βάρδος απαγγέλθηκε ένα παλιό τραγούδι για ιππότες και δράκους.

02

ένα λαι, ένα αφηγηματικό τραγούδι

a narrative song, typically with a recurring refrain, telling a story through music 
Παραδείγματα
The minstrel sang a lay of the sea voyage. 

Ο μενεστρέλος τραγούδησε ένα λαί για το θαλάσσιο ταξίδι.

Λεξικό Δέντρο

inlay
layer
laying
lay
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store