Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
réduire
01
μειώνω, ελαττώνω
rendre quelque chose plus petit en quantité, en intensité, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
réduis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
réduisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
réduirai
ενεστώτα μετοχή
réduisant
παθητική μετοχή
réduit
α΄ πληθυντικό παρατατικού
réduisions
Παραδείγματα
Il faut réduire la consommation d'électricité.
Πρέπει να μειώσουμε την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας.
02
μικραίνω, συρρικνώνω
rendre quelque chose plus petit en taille ou en dimension
Παραδείγματα
Il a réduit la taille de la photo.
Μείωσε το μέγεθος της φωτογραφίας.
03
ανατάσσω, επανέρχομαι
remettre un os déplacé ou fracturé dans sa position normale
Παραδείγματα
Le médecin a réduit la fracture du bras.
Ο γιατρός αναπροσάρμοσε το κάταγμα του βραχίονα.
04
μειώνω, πυκνώνω
faire bouillir un liquide (comme une sauce) pour en diminuer le volume et en concentrer la saveur
Παραδείγματα
Il faut réduire la sauce à feu doux.
Πρέπει να συμπυκνώσετε τη σάλτσα σε χαμηλή φωτιά.
05
περιορίζομαι σε, αναλύομαι σε
devenir plus simple, plus petit ou prendre une forme plus limitée
Παραδείγματα
La réunion s'est réduite à une simple discussion.
Η συνάντηση περιορίστηκε σε μια απλή συζήτηση.



























