Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le poinçon
01
τριβείο, τρυπητήρι
outil pointu utilisé pour percer, marquer ou frapper un matériau (métal, cuir, bois, etc.), souvent pour créer un trou ou un repère précis
Παραδείγματα
Le poinçon en acier trempé est très résistant.
Η τρυπάνι από σκυρόδεμα χάλυβα είναι πολύ ανθεκτική.
02
σφραγίδα, σημάδι ποιότητας
marque officielle apposée sur les métaux précieux (or, argent, platine) pour certifier leur titre ou leur pureté
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
poinçons
Παραδείγματα
Les poinçons anciens peuvent aider à dater un bijou.
Τα παλιά σφραγίσματα μπορούν να βοηθήσουν στην χρονολόγηση ενός κοσμήματος.
03
σφραγίδα νομίσματος, εργαλείο κοπής νομισμάτων
outil ou matrice utilisé pour frapper et façonner les pièces de monnaie, imprimant un motif, un chiffre ou un symbole sur le métal
Παραδείγματα
Ils ont fabriqué un poinçon pour créer une série limitée de médailles.
Κατασκεύασαν ένα σφυρί για να δημιουργήσουν μια περιορισμένη σειρά μεταλλίων.



























