Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
piqué
01
στικτός, κηλιδωτός
qui présente des petites taches ou marques
Παραδείγματα
Le tableau est piqué de points colorés.
Ο πίνακας είναι στικτός με χρωματιστές κουκκίδες.
02
τρελός, εκκεντρικός
qui est un peu fou, excentrique ou original dans son comportement
Παραδείγματα
Elle aime les films piqués et originaux.
Της αρέσουν οι piqué και πρωτότυπες ταινίες.
03
στακάτο, αποσπασματικός
joué de façon brève et détachée, en musique
Παραδείγματα
Jouer piqué rend la musique plus rythmée.
Πικέ κάνει τη μουσική πιο ρυθμική.
04
φουσκωτός, μπαστιαρισμένος
qui a deux couches, souvent avec un rembourrage entre elles
Παραδείγματα
Elle a acheté un sac piqué pour voyager.
Αγόρασε μια φουσκωτή τσάντα για ταξίδια.
Le piqué
[gender: masculine]
01
απότομη πτώση, κατάρρευση
chute rapide et brutale, souvent utilisée pour la bourse ou la valeur d'un objet
Παραδείγματα
Les analystes surveillent le piqué des devises étrangères.
Οι αναλυτές παρακολουθούν το piqué των ξένων νομισμάτων.



























