piquant
Pronunciation
/pikɑ̃/

Ορισμός και σημασία του "piquant"στα γαλλικά

01

πικάντικος, καρυκευμένος

qui a un goût ou une odeur forte et relevée, parfois un peu épicé
piquant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus piquant
συγκριτικός βαθμός
plus piquant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
piquant
αρσενικό πληθυντικό
piquants
θηλυκό ενικό
piquante
θηλυκό πληθυντικό
piquantes
Παραδείγματα
Le poivre rend la soupe piquant.
Το πιπέρι κάνει τη σούπα πικάντικη.
02

αγκαθωτός, γδαρτός

qui est couvert de pointes ou d'épines
Παραδείγματα
Les branches de l' arbre sont piquant.
Οι κλάδοι του δέντρου είναι αγκαθωτοί.
01

αγκάθι, βελόνα

épine dure et pointue recouvrant certains animaux comme le porc-épic ou le hérisson
le piquant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
piquants
Παραδείγματα
Les piquants forment une armure naturelle.
Τα αγκάθια σχηματίζουν μια φυσική πανοπλία.

Λεξικό Δέντρο

piquant
pique
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store