Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le pinson
[gender: masculine]
01
σπίνος, σπινόμορφο
petit oiseau chantant, souvent coloré, vivant dans les forêts et les jardins
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pinsons
Παραδείγματα
Un pinson s' est posé près de la fenêtre pour manger.
Ένα σπίνος κάθισε κοντά στο παράθυρο για να φάει.
Λεξικό Δέντρο
pinson
pin
son



























