Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le pique
[gender: masculine]
01
μπαστούνι, φτυάρι
l'une des quatre couleurs dans un jeu de cartes, représentée par un symbole noir en forme de pointe ou de feuille inversée
Παραδείγματα
Le symbole du pique apparaît souvent sur les cartes à jouer.
Το σύμβολο του μπαστούνι εμφανίζεται συχνά σε τραπουλόχαρτα.
02
μακρύ δόρυ, πίκα
arme d'hast composée d'un long manche et d'une pointe, utilisée pour la guerre ou la parade
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
piques
Παραδείγματα
La pointe de la pique est très tranchante.
Η άκρη της λόγχης είναι πολύ κοφτερή.
03
πείραγμα, δριμεία παρατήρηση
phrase ou commentaire destiné à critiquer, provoquer ou blesser quelqu'un sur le plan verbal
Παραδείγματα
Une pique subtile peut faire réfléchir quelqu' un.
Μια λεπτή πείραγμα μπορεί να κάνει κάποιον να σκεφτεί.



























