Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
imposer
01
επιβάλλω, αναγκάζω
forcer quelqu'un à accepter une règle, une loi ou une décision
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
impose
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
imposons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
imposerai
ενεστώτα μετοχή
imposant
παθητική μετοχή
imposé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
imposions
Παραδείγματα
Le gouvernement impose une nouvelle loi.
Η κυβέρνηση επιβάλλει έναν νέο νόμο.
02
είναι απαραίτητο, είναι υποχρεωτικό
être nécessaire ou obligatoire dans une situation
Παραδείγματα
Il s'impose de respecter les règles pour avancer.
Επιβάλλεται η ανάγκη να σεβαστούν οι κανόνες για να προχωρήσουν.
03
επιβάλλω, φορολογώ
taxer ou demander de l'argent par autorité
Παραδείγματα
L'État impose des taxes élevées sur l'alcool.
Το κράτος επιβάλλει υψηλούς φόρους στο αλκοόλ.
04
αναγκάζω τον εαυτό μου, υποχρεώνω τον εαυτό μου
se forcer à faire quelque chose malgré des difficultés
Παραδείγματα
Il s'impose de finir le travail avant midi.
Αναγκάζει τον εαυτό του να τελειώσει τη δουλειά πριν το μεσημέρι.
05
επιβάλλω τον εαυτό μου, αναγνωρίζομαι
se faire accepter ou reconnaître malgré la résistance des autres
Παραδείγματα
Il s'impose toujours dans les réunions sans invitation.
Αυτός πάντα επιβάλλεται στις συναντήσεις χωρίς πρόσκληση.
06
επιβάλλεται, εδραιώνεται
devenir incontournable ou dominant
Παραδείγματα
Il s'impose comme un leader dans l'entreprise.
Επιβάλλεται ως ηγέτης στην εταιρεία.
07
επιβεβαιώνω την υπεροχή μου
être reconnu comme le meilleur ou le vainqueur dans une compétition ou un contexte de rivalité
Παραδείγματα
L'équipe s'impose facilement dans le championnat.
Η ομάδα επιβεβαιώνει την υπεροχή της εύκολα στο πρωτάθλημα.



























