Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fermer
01
κλείνω, κλειδώνω
rendre quelque chose clos ou ne plus laisser ouvert
Παραδείγματα
Le bébé ne peut pas fermer la boîte tout seul.
02
κλείνω, κόβω
couper l'arrivée d'un liquide, gaz ou courant
Παραδείγματα
On a fermé la climatisation pour économiser de l' énergie.
Κλείσαμε το κλιματιστικό για να εξοικονομήσουμε ενέργεια.
03
κλείνω, κλειδώνω
être ou devenir fermé (porte, passage, objet…)
Παραδείγματα
La blessure s' est fermée toute seule.
Η πληγή έκλεισε από μόνη της.
04
κλείνομαι, απομονώνομαι
refuser le contact, se replier sur soi-même
Παραδείγματα
Ce pays s' est fermé au reste du monde.
Αυτή η χώρα έκλεισε στον υπόλοιπο κόσμο.



























