fermer
fer
fɛʁ
fer
mer
mɛʁ
mer
formerfermierferrer

Ορισμός και σημασία του "fermer"στα γαλλικά

fermer
01

κλείνω, κλειδώνω

rendre quelque chose clos ou ne plus laisser ouvert 
fermer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
ferme
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
fermons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
fermerai
ενεστώτα μετοχή
fermant
παθητική μετοχή
fermé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
fermions
Παραδείγματα
Peux -tu fermer la porte , s'il te plaît ? 
02

κλείνω, κόβω

couper l'arrivée d'un liquide, gaz ou courant 
fermer definition and meaning
Παραδείγματα
Ferme l'eau pendant que tu te brosses les dents. 

Κλείσε το νερό ενώ βουρτσίζεις τα δόντια σου.

03

κλείνω, κλειδώνω

être ou devenir fermé (porte, passage, objet…) 
fermer definition and meaning
Παραδείγματα
La porte se ferme automatiquement. 

Η πόρτα κλείνει αυτόματα.

04

κλείνομαι, απομονώνομαι

refuser le contact , se replier sur soi-même 
Παραδείγματα
Depuis son deuil, il s'est complètement fermé. 

Από το πένθος του, έχει κλείσει εντελώς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store