Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fermer
01
κλείνω, κλειδώνω
rendre quelque chose clos ou ne plus laisser ouvert
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
ferme
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
fermons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
fermerai
ενεστώτα μετοχή
fermant
παθητική μετοχή
fermé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
fermions
Παραδείγματα
Peux -tu fermer la porte , s'il te plaît ?
02
κλείνω, κόβω
couper l'arrivée d'un liquide, gaz ou courant
Παραδείγματα
Ferme l'eau pendant que tu te brosses les dents.
Κλείσε το νερό ενώ βουρτσίζεις τα δόντια σου.
03
κλείνω, κλειδώνω
être ou devenir fermé (porte, passage, objet…)
Παραδείγματα
La porte se ferme automatiquement.
Η πόρτα κλείνει αυτόματα.
04
κλείνομαι, απομονώνομαι
refuser le contact , se replier sur soi-même
Παραδείγματα
Depuis son deuil, il s'est complètement fermé.
Από το πένθος του, έχει κλείσει εντελώς.



























