fermé
fe
fe
rmé
ʁme
rme
forméferré

Ορισμός και σημασία του "fermé"στα γαλλικά

01

κλειστός, κλειστή

qui n'est pas ouvert 
fermé definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus fermé
συγκριτικός βαθμός
plus fermé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
fermé
αρσενικό πληθυντικό
fermés
θηλυκό ενικό
fermée
θηλυκό πληθυντικό
fermées
θεματικό πεδίο
état, propriété
Παραδείγματα
La porte est fermée. 

Η πόρτα είναι κλειστή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store