sosser
de
de
so
zaw
sser
ˈse
se
dépasserdélasserdévisser

Ορισμός και σημασία του "désosser"στα γαλλικά

désosser
01

αποκοκαλίζω, αφαιρώ τα κόκαλα

retirer les os d'une viande, d'un poisson ou d'une volaille avant cuisson ou consommation. 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
désosse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
désossons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
désosserai
παθητική μετοχή
désossé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
désossions
Παραδείγματα
Elle désosse le poulet avant de le farcir. 

Αυτή αποκοκκινίζει το κοτόπουλο πριν το γεμίσει.

02

αποκοκαλίζω, αναλύω

couper, séparer ou analyser quelque chose en parties pour le préparer ou l'étudier 
Παραδείγματα
Elle désosse le poulet pour le mettre en morceaux. 

Αυτή ξεκοκκαλίζει το κοτόπουλο για να το βάλει σε κομμάτια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store