Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
désosser
01
αποκοκαλίζω, αφαιρώ τα κόκαλα
retirer les os d'une viande, d'un poisson ou d'une volaille avant cuisson ou consommation.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
désosse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
désossons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
désosserai
παθητική μετοχή
désossé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
désossions
Παραδείγματα
Elle désosse le poulet avant de le farcir.
Αυτή αποκοκκινίζει το κοτόπουλο πριν το γεμίσει.
02
αποκοκαλίζω, αναλύω
couper, séparer ou analyser quelque chose en parties pour le préparer ou l'étudier
Παραδείγματα
Elle désosse le poulet pour le mettre en morceaux.
Αυτή ξεκοκκαλίζει το κοτόπουλο για να το βάλει σε κομμάτια.



























