Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
crier
01
φωνάζω, κραυγάζω
parler ou exprimer quelque chose en haussant la voix
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
crie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
crions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
crierai
ενεστώτα μετοχή
criant
παθητική μετοχή
crié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
criions
Παραδείγματα
Elle a crié pour appeler son fils.
Αυτή φώναξε για να καλέσει τον γιο της.
02
κραυγάζω, φωνάζω
produire un son fort ou perçant semblable à un cri ou à une plainte
Παραδείγματα
Les freins de la voiture crient dans le virage.
Τα φρένα του αυτοκινήτου τρίζουν στην στροφή.
03
συγκρούονται, δεν αρμονίζουν
ne pas aller bien ensemble, manquer d'harmonie ou de correspondance
Παραδείγματα
Cette couleur crie avec le reste de la tenue.
Αυτό το χρώμα φωνάζει με το υπόλοιπο ντύσιμο.
04
φωνάζω, κραυγάζω
prononcer quelque chose à haute voix, en hurlant
Παραδείγματα
Il crie son nom pour attirer l'attention.
Φωνάζει το όνομά του για να τραβήξει την προσοχή.
05
φωνάζω, ανακοινώνω
vendre ou annoncer quelque chose à haute voix dans la rue ou un lieu public
Παραδείγματα
Le marchand crie ses produits dans la rue.
Ο έμπορος φωνάζει τα προϊόντα του στο δρόμο.
06
μαλώνω, επιπλήττω
réprimander ou blâmer quelqu'un à haute voix
Παραδείγματα
Le professeur crie les élèves pour leur désobéissance.
Ο δάσκαλος φωνάζει στους μαθητές για την ανυπακοή τους.



























