Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le crime
01
έγκλημα, αδίκημα
acte très grave interdit par la loi
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
crimes
Παραδείγματα
Il a été arrêté pour un crime grave.
Συνελήφθη για ένα σοβαρό έγκλημα.
02
έγκλημα, δολοφονία
action de tuer une personne, interdite par la loi ; meurtre grave
Παραδείγματα
Il a été jugé pour un crime qu'il nie avoir commis.
Κρίθηκε για ένα έγκλημα που αρνείται ότι διέπραξε.
03
αμαρτία, σοβαρό αδίκημα
acte très mauvais ou immoral , considéré comme un péché ou une faute grave
Παραδείγματα
Mentir n'est pas un crime, mais c'est mal.
Το ψέμα δεν είναι έγκλημα, αλλά είναι λάθος.



























