Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chercher
01
αναζητώ, ψάχνω
tenter de trouver quelque chose ou quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
cherche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
cherchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
chercherai
ενεστώτα μετοχή
cherchant
παθητική μετοχή
cherché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
cherchions
Παραδείγματα
Je cherche mes clés partout dans la maison.
Ψάχνω τα κλειδιά μου σε όλο το σπίτι.
02
προσπαθώ, αγωνίζομαι
s'efforcer de faire quelque chose
Παραδείγματα
Elle cherche à comprendre ce problème complexe.
Αυτή προσπαθεί να κατανοήσει αυτό το περίπλοκο πρόβλημα.
03
αναζητώ, προσπαθώ να αποκτήσω
s'efforcer d'obtenir quelque chose
Παραδείγματα
Il cherche la vérité depuis des années.
Ψάχνει την αλήθεια εδώ και χρόνια.
04
προκαλώ, ψάχνω για μπελάδες
mettre quelqu'un dans une situation difficile ou conflictuelle
Παραδείγματα
Ne le cherche pas, il est de mauvaise humeur.
Μην τον ψάχνεις, είναι σε κακή διάθεση.
05
αναζητούν ο ένας τον άλλον, προσπαθούν να βρεθούν
être en quête l'un de l'autre ou essayer de se retrouver
Παραδείγματα
Les deux enfants se cherchent dans le jardin.
Τα δύο παιδιά αναζητούν το ένα το άλλο στον κήπο.



























