chercher
chercher
ʃɛʁʃɛʁ
shersher

Ορισμός και σημασία του "chercher"στα γαλλικά

chercher
01

αναζητώ, ψάχνω

tenter de trouver quelque chose ou quelqu'un 
chercher definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
cherche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
cherchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
chercherai
ενεστώτα μετοχή
cherchant
παθητική μετοχή
cherché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
cherchions
Παραδείγματα
Je cherche mes clés partout dans la maison. 

Ψάχνω τα κλειδιά μου σε όλο το σπίτι.

02

προσπαθώ, αγωνίζομαι

s'efforcer de faire quelque chose 
chercher definition and meaning
Παραδείγματα
Elle cherche à comprendre ce problème complexe. 

Αυτή προσπαθεί να κατανοήσει αυτό το περίπλοκο πρόβλημα.

03

αναζητώ, προσπαθώ να αποκτήσω

s'efforcer d'obtenir quelque chose 
Παραδείγματα
Il cherche la vérité depuis des années. 

Ψάχνει την αλήθεια εδώ και χρόνια.

04

προκαλώ, ψάχνω για μπελάδες

mettre quelqu'un dans une situation difficile ou conflictuelle 
Παραδείγματα
Ne le cherche pas, il est de mauvaise humeur. 

Μην τον ψάχνεις, είναι σε κακή διάθεση.

05

αναζητούν ο ένας τον άλλον, προσπαθούν να βρεθούν

être en quête l'un de l'autre ou essayer de se retrouver 
Παραδείγματα
Les deux enfants se cherchent dans le jardin. 

Τα δύο παιδιά αναζητούν το ένα το άλλο στον κήπο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store