Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le chenil
01
σκυλόσπιτο, κουτάβι
lieu clos où l'on garde un ou plusieurs chiens, pour leur repos ou leur élevage
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
chenils
Παραδείγματα
Le vétérinaire visite régulièrement le chenil municipal.
Ο κτηνίατρος επισκέπτεται τακτικά το δημοτικό κουτάβι.



























