Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le chercheur
01
ερευνητής, ερευνητής
personne qui effectue des recherches scientifiques ou académiques
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
chercheurs
Παραδείγματα
Le chercheur étudie les effets du changement climatique.
Ο ερευνητής μελετά τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.



























