le chercheur
cher
ʃɛʁ
sher
cheur
ʃœʁ
shoer

Ορισμός και σημασία του "chercheur"στα γαλλικά

01

ερευνητής, ερευνητής

personne qui effectue des recherches scientifiques ou académiques 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
chercheurs
αρσενικό ενικό
chercheur
θηλυκό ενικό
chercheuse
neutral form
chercheur·se
Παραδείγματα
Le chercheur étudie les effets du changement climatique. 

Ο ερευνητής μελετά τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store