le chercheur
Pronunciation
/ʃɛʀʃœʀ/

Ορισμός και σημασία του "chercheur"στα γαλλικά

01

ερευνητής, ερευνητής

personne qui effectue des recherches scientifiques ou académiques
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
chercheurs
Παραδείγματα
Les chercheuses collaborent sur un projet international.
Οι ερευνήτριες συνεργάζονται σε ένα διεθνές έργο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store