Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
appuyer
01
υποστηρίζω, στηρίζω
soutenir activement une personne, une idée ou une cause
Παραδείγματα
Tout le parti appuie la candidature du maire.
Όλο το κόμμα υποστηρίζει την υποψηφιότητα του δημάρχου.
02
τονίζω, επισημαίνω
mettre l'accent sur quelque chose de manière insistante
Παραδείγματα
Le professeur appuie sur l'importance des exercices.
Ο δάσκαλος τονίζει τη σημασία των ασκήσεων.
03
πιέζω
exercer une force vers le bas ou contre quelque chose
Παραδείγματα
Appuie sur ce bouton pour allumer la machine.
Πατήστε αυτό το κουμπί για να ενεργοποιήσετε τη μηχανή.
04
ακουμπώ, στηρίζομαι
se soutenir ou se reposer sur quelque chose pour se stabiliser
Παραδείγματα
Elle s'appuie contre le mur pour se reposer.
Σκύβει στον τοίχο για να ξεκουραστεί.
05
στηρίζομαι σε, βασίζομαι σε
compter sur quelque chose ou quelqu'un comme base ou soutien
Παραδείγματα
Il s'appuie toujours sur ses années d'expérience.
Αυτός πάντα στηρίζεται στα χρόνια εμπειρίας του.
06
υποκύπτω σε, υποχωρώ σε
céder à une pression sociale, morale ou psychologique
Παραδείγματα
Le gouvernement s'appuya finalement à la colère populaire.
Η κυβέρνηση τελικά υπέκυψε στον λαϊκό θυμό.
07
ακουμπώ, στηρίζω
poser ou soutenir une partie du corps contre quelque chose pour se reposer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
appuie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
appuyons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
appuierai
ενεστώτα μετοχή
appuyant
παθητική μετοχή
appuyé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
appuyions
Παραδείγματα
Il appuie son épaule contre le mur.
Ακουμπά τον ώμο του στον τοίχο.



























