Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to happen
01
συμβαίνει, συνεχίζεται
to come into existence by chance or as a consequence
Intransitive: to happen | to happen point in time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
happen
γ΄ ενικό πρόσωπο
happens
ενεστώτα μετοχή
happening
απλός αόριστος
happened
παθητική μετοχή
happened
Παραδείγματα
An unexpected storm can happen at any time of year.
Μια απροσδόκητη καταιγίδα μπορεί να συμβεί ανά πάσα στιγμή του χρόνου.
Παραδείγματα
He happened to be busy with a meeting when I stopped by.
Συνέβη να είναι απασχολημένος με μια συνάντηση όταν πέρασα.
03
ξέρω, γνωρίζω
used in questions to politely inquire about the details of an event or situation
Transitive: to happen to do sth
Παραδείγματα
Do you happen to know where the nearest pharmacy is?
Μήπως γνωρίζετε πού βρίσκεται το πλησιέστερο φαρμακείο;
04
συμβαίνει, βρίσκομαι
used to emphasize an unexpected or surprising fact
Linking Verb: to happen to do sth
Παραδείγματα
That happens to be a very sensitive topic for me.
Συμβαίνει να είναι ένα πολύ ευαίσθητο θέμα για μένα.
Λεξικό Δέντρο
happening
happening
happen



























