Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chance
01
ευκαιρία, πρόσφορη στιγμή
a possibility arising from favorable circumstances
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chances
Παραδείγματα
She had a chance to meet the author at the book signing.
Είχε την ευκαιρία να συναντήσει τον συγγραφέα στην υπογραφή βιβλίων.
02
τύχη, περίσταση
an unpredictable factor that influences an event's outcome
Παραδείγματα
By chance, they met at the airport.
Κατά τύχη, συναντήθηκαν στο αεροδρόμιο.
03
κίνδυνος, περίπτωση
a situation involving risk or danger
Παραδείγματα
Taking the shortcut involved considerable chance.
Η επιλογή της συντομότερης διαδρομής συνεπαγόταν σημαντικό κίνδυνο.
04
πιθανότητα, ευκαιρία
a numerical measure of the likelihood that an event will occur
Παραδείγματα
The chance of rolling a six is one in six.
Η πιθανότητα να φέρεις έξι είναι ένα στα έξι.
05
ευκαιρία, εκδήλωση
an opportunity that allows someone to achieve or do something they desire
Παραδείγματα
She saw the internship as a chance to gain valuable experience in her field.
Είδε την πρακτική άσκηση ως μια ευκαιρία να αποκτήσει πολύτιμη εμπειρία στον τομέα της.
chance
01
τυχαίος, ακούσιος
happening without any intentional planning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The chance encounter at the coffee shop led to a new business partnership.
Η τυχαία συνάντηση στο καφενείο οδήγησε σε μια νέα επιχειρηματική συνεργασία.
to chance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
chance
γ΄ ενικό πρόσωπο
chances
ενεστώτα μετοχή
chancing
απλός αόριστος
chanced
παθητική μετοχή
chanced
Παραδείγματα
It chanced that they met at the café.
Τυχαία συναντήθηκαν στο καφέ.
02
ρισκάρει, δοκιμάζει
to take a risk in the hope of achieving a favorable result
Παραδείγματα
The student chanced submitting the project late.
Ο φοιτητής τολμούσε να υποβάλει την εργασία αργά.
03
συναντώ τυχαία, ανακαλύπτω τυχαία
to encounter or come upon something as if by accident
Παραδείγματα
She chanced upon an old photograph in the drawer.
Εκείνη συνάντησε τυχαία μια παλιά φωτογραφία στο συρτάρι.
Λεξικό Δέντρο
chanceful
chancy
mischance
chance



























