Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chance
01
ευκαιρία, πρόσφορη στιγμή
a possibility arising from favorable circumstances
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chances
Παραδείγματα
We had a brief chance to tour the museum.
Είχαμε μια σύντομη ευκαιρία να επισκεφθούμε το μουσείο.
02
τύχη, περίσταση
an unpredictable factor that influences an event's outcome
Παραδείγματα
Success in that situation depended on chance.
Η επιτυχία σε αυτή την κατάσταση εξαρτιόταν από την τύχη.
03
κίνδυνος, περίπτωση
a situation involving risk or danger
Παραδείγματα
The explorers faced a chance with every step.
Οι εξερευνητές αντιμετώπιζαν έναν κίνδυνο με κάθε βήμα.
04
πιθανότητα, ευκαιρία
a numerical measure of the likelihood that an event will occur
Παραδείγματα
Insurance premiums are based on chance calculations.
Τα ασφάλιστρα βασίζονται σε υπολογισμούς πιθανότητας.
05
ευκαιρία, εκδήλωση
an opportunity that allows someone to achieve or do something they desire
Παραδείγματα
The talent show gave her a chance to showcase her singing abilities.
Το σόου ταλέντων της έδωσε την ευκαιρία να επιδείξει τις φωνητικές της ικανότητες.
chance
01
τυχαίος, ακούσιος
happening without any intentional planning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The chance occurrence of the storm forced them to cancel the outdoor event.
Η τυχαία εμφάνιση της καταιγίδας τους ανάγκασε να ακυρώσουν την εκδήλωση σε εξωτερικό χώρο.
to chance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
chance
γ΄ ενικό πρόσωπο
chances
ενεστώτα μετοχή
chancing
απλός αόριστος
chanced
παθητική μετοχή
chanced
Παραδείγματα
It chanced that she was in the right place at the right time.
Τυχαίνει να βρίσκεται στο σωστό μέρος τη σωστή στιγμή.
02
ρισκάρει, δοκιμάζει
to take a risk in the hope of achieving a favorable result
Παραδείγματα
They chanced crossing the river on a shaky bridge.
Αυτοί τόλμησαν να διασχίσουν το ποτάμι σε μια κουνιστή γέφυρα.
03
συναντώ τυχαία, ανακαλύπτω τυχαία
to encounter or come upon something as if by accident
Παραδείγματα
She chanced upon a letter from her childhood friend.
Εκείνη έπεσε πάνω σε ένα γράμμα από τον παιδικό της φίλο.
Λεξικό Δέντρο
chanceful
chancy
mischance
chance



























