Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Happenstance
01
συμπτωματικότητα, τύχη
an event that happens by chance, especially a fortunate one
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
happenstances
Λεξικό Δέντρο
happenstance
happen
stance



























