Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Happening
01
γεγονός, εκδήλωση
an event or something, often significant, that is currently taking place or has occurred
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
happenings
Παραδείγματα
The art gallery's grand opening was the happening of the week in the local community.
Τα μεγάλα εγκαίνια της γκαλερί τέχνης ήταν το γεγονός της εβδομάδας στην τοπική κοινότητα.
happening
01
φανταστικός, trendy
used to describe something that is terrific, exciting, or trendy
επιδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most happening
συγκριτικός βαθμός
more happening
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The concert last night was absolutely happening!
Η συναυλία χθες το βράδυ ήταν απολύτως φανταστική!
Λεξικό Δέντρο
happening
happen



























