happenstance
happenstance
hæpənstɑ:ns
χαιπανστανσ

Ορισμός και σημασία του "happenstance"στα αγγλικά

01

συμπτωματικότητα, τύχη

an event that happens by chance, especially a fortunate one 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
happenstances

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

happenstance

happen

+

stance

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store