happenstance
ha
ˈhæ
ppen
pən
pēn
stance
stɑ:ns
staans

Ορισμός και σημασία του "happenstance"στα αγγλικά

01

συμπτωματικότητα, τύχη

an event that happens by chance, especially a fortunate one 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
happenstances

Λεξικό Δέντρο

happenstance

happen

+

stance

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store