to befall
be
bɪ
bi
fall
ˈfɔ:l
fawl
appallsquallscrawlthrall

Ορισμός και σημασία του "befall"στα αγγλικά

to befall
01

συμβαίνω, επέρχομαι

to happen to a person or thing in a way that seems destined and has serious consequences 
Transitive: to befall sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
befall
γ΄ ενικό πρόσωπο
befalls
ενεστώτα μετοχή
befalling
απλός αόριστος
befell
παθητική μετοχή
befallen
Παραδείγματα
The fate that befell them was beyond their control. 

Η μοίρα που τους συνέβη ήταν πέρα από τον έλεγχό τους.

02

συμβαίνω, επέρχομαι

to occur, typically in a way that seems inevitable or destined 
Intransitive
Παραδείγματα
A series of unfortunate events befell without warning. 

Μια σειρά από ατυχή γεγονότα συνέβησαν χωρίς προειδοποίηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store