Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to befall
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
befall
γ΄ ενικό πρόσωπο
befalls
ενεστώτα μετοχή
befalling
απλός αόριστος
befell
παθητική μετοχή
befallen
Παραδείγματα
The misfortune that befell the explorers was caused by the storm.
Η δυστυχία που έπεσε στους εξερευνητές προκλήθηκε από τη θύελλα.
02
συμβαίνω, επέρχομαι
to occur, typically in a way that seems inevitable or destined
Intransitive
Παραδείγματα
The mysterious occurrences seemed to befall from nowhere.
Οι μυστηριώδεις εμφανίσεις φαίνονταν να συμβαίνουν από το πουθενά.



























