Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to befall
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
befall
γ΄ ενικό πρόσωπο
befalls
ενεστώτα μετοχή
befalling
απλός αόριστος
befell
παθητική μετοχή
befallen
Παραδείγματα
The fate that befell them was beyond their control.
Η μοίρα που τους συνέβη ήταν πέρα από τον έλεγχό τους.
02
συμβαίνω, επέρχομαι
to occur, typically in a way that seems inevitable or destined
Intransitive
Παραδείγματα
A series of unfortunate events befell without warning.
Μια σειρά από ατυχή γεγονότα συνέβησαν χωρίς προειδοποίηση.



























