Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Amnesty
01
αμνηστία, συγχώρεση
the formal act of freeing someone from confinement or punishment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
amnesties
Παραδείγματα
The king proclaimed an amnesty to mark the national holiday.
Ο βασιλιάς κήρυξε αμνηστία για να σηματοδοτήσει την εθνική εορτή.
1.1
αμνηστία, συγχώρεση
a temporary period when certain offenders are officially exempt from punishment, often to encourage compliance
Παραδείγματα
The city 's parking ticket amnesty waived late fees for those who paid within a month.
Η αμνηστία για τα παρκινγκ της πόλης άρσε τα πρόστιμα καθυστέρησης για όσους πλήρωσαν εντός ενός μήνα.
02
αμνηστία, συγχώρεση
an official pardon or release from punishment for a specific offense
Παραδείγματα
The treaty included amnesty clauses for both sides.
Η συνθήκη περιελάμβανε ρήτρες αμνηστίας και για τις δύο πλευρές.
to amnesty
01
αμνηστεύω, χορηγώ αμνηστία
to officially pardon the crime of a group of people
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
amnesty
γ΄ ενικό πρόσωπο
amnesties
ενεστώτα μετοχή
amnestying
απλός αόριστος
amnestied
παθητική μετοχή
amnestied
Παραδείγματα
Activists demanded that the state amnesty non-violent offenders overcrowding prisons.
Οι ακτιβιστές ζήτησαν από το κράτος να αμνηστεύσει τους μη βίαιους παραβάτες που υπερπληρώνουν τις φυλακές.



























