Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Amnesty
01
αμνηστία, συγχώρεση
the formal act of freeing someone from confinement or punishment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
amnesties
Παραδείγματα
The government declared an amnesty for all political prisoners.
Η κυβέρνηση κήρυξε αμνηστία για όλους τους πολιτικούς κρατούμενους.
1.1
αμνηστία, συγχώρεση
a temporary period when certain offenders are officially exempt from punishment, often to encourage compliance
Παραδείγματα
The government announced a 90-day amnesty for citizens to surrender unregistered firearms without penalty.
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε μια αμνηστία 90 ημερών ώστε οι πολίτες να μπορούν να παραδώσουν μη εγγεγραμμένα πυροβόλα όπλα χωρίς ποινή.
02
αμνηστία, συγχώρεση
an official pardon or release from punishment for a specific offense
Παραδείγματα
The president granted amnesty to the whistleblower.
Ο πρόεδρος χορήγησε αμνηστία στον μάρτυρα.
to amnesty
01
αμνηστεύω, χορηγώ αμνηστία
to officially pardon the crime of a group of people
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
amnesty
γ΄ ενικό πρόσωπο
amnesties
ενεστώτα μετοχή
amnestying
απλός αόριστος
amnestied
παθητική μετοχή
amnestied
Παραδείγματα
The government amnestied political prisoners as a gesture of peace.
Η κυβέρνηση αμνήστευσε τους πολιτικούς κρατούμενους ως χειρονομία ειρήνης.



























