Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
substantial
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most substantial
συγκριτικός βαθμός
more substantial
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The company made a substantial investment in upgrading its infrastructure.
Η εταιρεία έκανε μια σημαντική επένδυση στην αναβάθμιση της υποδομής της.
02
θρεπτικός, χορταστικός
containing a significant amount of nourishment
Παραδείγματα
The meal was substantial, with a variety of dishes that provided a balanced and nourishing diet.
Το γεύμα ήταν θρεπτικό, με μια ποικιλία πιάτων που παρείχαν μια ισορροπημένη και θρεπτική διατροφή.
03
ουσιαστικός, θεμελιώδης
related to the true or fundamental nature of something
Παραδείγματα
The artist’s work reveals a substantial understanding of human emotions and their complexities.
Το έργο του καλλιτέχνη αποκαλύπτει μια ουσιαστική κατανόηση των ανθρώπινων συναισθημάτων και των πολυπλοκότητών τους.
Παραδείγματα
The lawyer presented substantial evidence to support his case.
Ο δικηγόρος παρουσίασε ουσιαστικά στοιχεία για να υποστηρίξει την υπόθεσή του.
05
σημαντικός, ουσιαστικός
possessing significant wealth or influence
Παραδείγματα
The family lived in a substantial estate, surrounded by acres of land and luxury amenities.
Η οικογένεια ζούσε σε μια ουσιαστική έπαυλη, περιτριγυρισμένη από εκτάρια γης και πολυτελή ανέσεις.
Παραδείγματα
The new office building was constructed with substantial materials, ensuring its long-term durability.
Το νέο κτίριο γραφείων κατασκευάστηκε με στέρεα υλικά, διασφαλίζοντας τη μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητά του.
Λεξικό Δέντρο
insubstantial
substantiality
substantialize
substantial
substant



























