Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
appreciable
01
αισθητός, σημαντικός
large or significant enough to be noticed or measured
Παραδείγματα
The amount of time saved by the new software was appreciable, allowing the team to complete tasks more efficiently.
Ο χρόνος που εξοικονομήθηκε από το νέο λογισμικό ήταν αξιοσημείωτος, επιτρέποντας στην ομάδα να ολοκληρώνει τις εργασίες πιο αποτελεσματικά.
Λεξικό Δέντρο
appreciably
inappreciable
appreciable
appreci



























